Το ελληνικό μπάσκετ διχάζεται απ' το ίδιο το ελληνικό μπάσκετ

Με αφορμή τα όσα έχουν συμβεί τις τελευταίες εβδομάδες, και με αποκορύφωμα την επίσημη τοποθέτηση της ΕΟΚ, που ως διοργανώτρια εν μέσω τελικών ήταν κρυμμένη, καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως ο μεγαλύτερος εχθρός του ελληνικού μπάσκετ, είναι ο ίδιος του ο εαυτός. 

Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά όμως, ξεκινώντας από την ΕΟΚ. Η ΕΟΚ και το «σχήμα» που θέλησε να πάρει τα ηνία της, με επικεφαλής τον ιδιοκτήτη του Προμηθέα Πάτρας, Βαγγέλη Λιόλιο, κέρδισε τις σχετικές εκλογές προωθώντας το αφήγημα περί «καθαρού» μπάσκετ, καθώς η καθαρότητά του είχε πληγεί ανεπανόρθωτα από τον προηγούμενο πρόεδρο, τον Βασιλακόπουλο.

Εγώ θα συμφωνήσω μονάχα στο ότι για να μένει ένας άνθρωπος για τόσα χρόνια στη θέση του προέδρου, οπουδήποτε, τότε ή κάνει φανταστική δουλειά, ή είναι «καρεκλοκένταυρος». Για τον Βασιλακόπουλο κλείνω προς το δεύτερο. Καλά έκανε και πήγε σπίτι του ο άνθρωπος, να ξεκουραστεί και να μπει κάποιος με φρέσκιες ιδέες, με μια πολύ πιο νεωτεριστική και ρηξικέλευθη αντίληψη γενικότερα.



Ποια ήταν η εξαιρετική ιδέα του νυν προέδρου, για βελτίωση της ανταγωνιστικότητας στα εθνικά μας πρωταθλήματα; Το να δοθούν αγγλικά ονόματα (Greek Basketball League, Elite League, National League 1,2) και το να αλλάξουν οι διατάξεις για τους ξένους στα πρωταθλήματα. Κι όταν λέω να αλλάξουν, εννοώ μέχρι την Α2 να υπάρχει δικαίωμα για 2 ξένους, και στη Β Εθνική για έναν. Ότι δηλαδή, αυτά έλειπαν από τα πρωταθλήματα (κι ένα τηλεοπτικό συμβόλαιο στο Action 24) για να γίνουν ανταγωνιστικά, που κάθε χρόνο άλλη ομάδα παίρνει την άνοδο, άλλη προβιβάζεται. Που στις πιο ανταγωνιστικές ομάδες οι καλύτεροι παίκτες, έχουν «καβαλήσει» τα 32 τους χρόνια.

Και σα να μην έφτανε μόνο αυτό, μετά την πολύ κακή προώθηση της πρότασης περί 6 Αμερικανών στο πρωτάθλημα που πέρασε το 2016 (λες και χαλούσε τις ομάδες να βρίσκουν και κάναν Σέρβο, κάναν Ευρωπαίο γενικότερα που τόσοι υπάρχουν), δίνεται το δικαίωμα στις ομάδες να έχουν και 7 και 8 ξένους, με το δικαίωμα να αλλάζουν ανά αγωνιστική. Πράγμα που, από τη μια περιορίζει το ρόλο όσων Ελλήνων έχουν απομείνει, αλλά πλήττει και τον υγιή ανταγωνισμό, καθώς μια ομάδα με μεγαλύτερο μπάτζετ μπορεί να έχει παραπάνω ξένους, να κάνει rotation ανάλογα την κατάσταση και να βρίσκεται ψηλότερα.

Το «κερασάκι» στην τούρτα όμως, δεν ήταν αυτό. Γιατί άντε, στα πρωταθλήματα υπάρχουν κι άλλες συνθήκες που δεν μπορούμε να ελέγξουμε, όπως ο παράγοντας των ευρωπαϊκών διοργανώσεων, για έσοδα κλπ. Σε μια Εθνική Ελλάδος που βρίσκεται μακριά από τα μετάλλια εδώ και τόσα χρόνια, που το ταλέντο βγαίνει με το «σταγονόμετρο», αντί να γίνουν κινήσεις για συσπείρωση των καλύτερων διαθέσιμων παικτών, έχουμε καταλήξει να παίζουμε σε κάθε διοργάνωση «ρουλέτα» για το ποιοι θα έρθουν.


Πέραν δηλαδή των τραυματισμών, που προφανώς δε μπορούμε να ελέγξουμε, τη μια έχουμε στον πάγκο τον Ιτούδη, ο οποίος λόγω του ιδιαίτερου ταπεραμέντου του, με τους μισούς τα βρίσκει και με τους άλλους μισούς όχι. Έχουμε τον Γιάννη Αντετοκούνμπο, έναν παγκοσμίου φήμης αστέρα, κι αντί να κάνουμε ό,τι περνά απ' το χέρι μας για να τον έχουμε κάθε χρόνο διαθέσιμο, αντί να του χαρίσουμε τα μισά Σεπόλια σαν ελάχιστο δείγμα σεβασμού για τη διαφήμιση που κάνει στη χώρα μας, αποφασίζουμε να του φέρουμε κι έναν νατουραλιζέ να τον βοηθήσει.

Αρχικά να δηλώσω πως είμαι απολύτως κατά του θεσμού αυτού. Τουλάχιστον, να δίνονταν νατουραλιζέ θέσεις σε άτομα όπως ο Ντόρσεϊ, που έχει ελληνική καταγωγή, ή σε αθλητές που θα έπαιζαν χρόνια σε κάποια χώρα. Αλλά ας τα αφήσουμε όλα αυτά, κι ας λάβουμε υπ' όψιν πως πρέπει να χρησιμοποιήσουμε το θεσμό υπέρ μας, για να κάνουμε πιο δυνατή την εθνική ομάδα. Ένας αναθεματισμένος σουτέρ λείπει από την Ελλάδα, κι εμείς πάμε και δίνουμε ελληνικό διαβατήριο σε έναν μέτριο παίκτη, τον Γουόκαπ.

Δεν θα μπω καν στη διαδικασία να αναφέρω τι όφελος μπορεί να είχε αυτό για τον Ολυμπιακό, μιας και δεν είναι αυτό το point μου. Αλλά ας πάρουμε τις δυο πιο πρόσφατες διοργανώσεις, το Παγκόσμιο του 2023 και τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2024. Η Δομινικανή Δημοκρατία κατεβαίνει στο Παγκόσμιο με νατουραλιζέ τον Καρλ Άντονι Τάουνς, οι Φιλιππίνες με τον Κλάρκσον των Τζαζ, η Κίνα με τον Κάιλ Άντερσον. Κι άντε, ας υποθέσουμε πως αυτοί πήγαν και για λόγους «διαφήμισης» με τέτοιες χώρες.


Το Μαυροβούνιο κατέβηκε με τον Κέντρικ Πέρι, έχοντας έλλειψη ενός οργανωτή με τέτοια χαρακτηριστικά, η Γεωργία το ίδιο με τον Θαντ Μακφάντεν, η Σλοβενία με τον Μάικ Τομπέι. Η Γερμανία έφερε μαζί της τον Νικ Βάιλερ-Μπαμπ, η Ισπανία τον Λορέντζο Μπράουν. Κι εμείς πήραμε μαζί μας τον Τόμας Γουόκαπ. Που αν υπήρχαν οι σωστές επαφές, οι σωστοί άνθρωποι, δεν θα έμενε κανένας οικειοθελώς εκτός Εθνικής Ελλάδος!

Και σε όλα αυτά, θα μπορούσαν να είχαν λόγο και οι Έλληνες παίκτες. Ως επαγγελματίες, προφανώς κοιτούν να κερδίσουν το συμβόλαιό τους, να πάρουν κάτι παραπάνω λόγω ελληνικού διαβατηρίου και τέλος. Αναρωτιέμαι όμως, αν πλησίαζαν όλοι οι Έλληνες παίκτες του Παναθηναϊκού τον Ναν (του κάθε Παναθηναϊκού, τον κάθε Ναν έτσι) και έπειτα έκαναν την πρόταση στην Ομοσπονδία, θα μας χαλούσε; Ή θα σνόμπαραν τη γνώμη των παικτών; Ή έχει γίνει κάτι τέτοιο, δίχως αντίκρισμα, ή με αποτέλεσμα τον Γουόκαπ; Τροφή για σκέψη όλα αυτά.

Για τα εκτός Ελλάδος, τα των διοργανώσεων κλπ προφανώς δε μπορούμε να τοποθετηθούμε επαρκώς, μιας και είναι ένα θέμα πολύ μεγαλύτερο από το ελληνικό μπάσκετ. Αλλά το μόνο σίγουρο, σε ό,τι αφορά το εγχώριο προϊόν μας, είναι πως ο διχασμός «πηγάζει» απ' τον πρώτο μέχρι και τον τελευταίο που τους αφορούν. Κι αν δε βάλουν όλοι λίγο νερό στο κρασί τους, τότε η κατάσταση δε θα καλυτερέψει ποτέ. 


Σχόλια